οργάζω


οργάζω
ὀργάζω (ΑΜ)
κάνω κάτι μαλακό με κατεργασία (α. «πηλὸν ὀργάζειν χεροῑν», Σοφ.
β. «oἱ τοὺς χάλικας δηλαδὴ παραφοροῡντες καὶ τὸν πηλὸν ἢ τὸν τίτανον ὀργαζόμενοι», Ευστ.)
αρχ.
παθ. ὀργάζομαι
(για κερί) λειώνω, τήκομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. ὀργάζω παράγεται από τον τ. ἐόργη «μαγειρικό σκεύος, κουτάλα» (< *-Fόργᾱ με προθεματικό φωνήεν ή < *-Fόργᾱ με διπλασιασμό), που ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *werg- «κάνω» (πρβλ. έργο, έρδω)].

Dictionary of Greek. 2013.